Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ajedrez
01
σκάκι, παιχνίδι σκάκι
juego de estrategia entre dos personas, con un tablero de 64 casillas y piezas de distintos tipos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Me gusta jugar al ajedrez los fines de semana.
Μου αρέσει να παίζω σκάκι τα σαββατοκύριακα.



























