aislado
aislado

Ορισμός και σημασία του "aislado"στα ισπανικά

01

απομονωμένος, απομακρυσμένος

situado lejos de otros lugares o personas 
aislado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más aislado
συγκριτικός βαθμός
más aislado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aislado
αρσενικό πληθυντικό
aislados
θηλυκό ενικό
aislada
θηλυκό πληθυντικό
aisladas
Παραδείγματα
Vive en una cabaña aislada en la montaña. 

Ζει σε ένα απομονωμένο καλύβι στο βουνό.

02

απομονωμένος, μόνος

separado de los demás, sin compañía 
Παραδείγματα
Se sentía aislado en medio de la multitud. 

Αισθανόταν απομονωμένος στη μέση του πλήθους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store