Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aislamiento
01
απομόνωση, μοναχική κράτηση
la situación de estar solo o separado de otros, especialmente como castigo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El preso peligroso está en aislamiento.
Ο επικίνδυνος κρατούμενος βρίσκεται σε απομόνωση.



























