el aislamiento
ais
ais
ais
lam
ˈlam
lam
ien
jen
yen
to
to
to
tratamientoalojamientocomplementorendimiento

Ορισμός και σημασία του "aislamiento"στα ισπανικά

El aislamiento
01

απομόνωση, μοναχική κράτηση

la situación de estar solo o separado de otros, especialmente como castigo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El preso peligroso está en aislamiento. 

Ο επικίνδυνος κρατούμενος βρίσκεται σε απομόνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store