golpear
gol
gol
gol
pear
ˈpeaɾ
pear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "golpear"στα ισπανικά

golpear
01

χτυπώ, κτυπώ

dar un golpe o impacto a algo o alguien 
golpear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
golpeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
golpea
ενεστώτα μετοχή
golpeando
απλός αόριστος
golpeé
παθητική μετοχή
golpeado
Παραδείγματα
Él golpeó la puerta con fuerza. 

Αυτός χτυπώ την πόρτα με δύναμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store