golpear
Pronunciation
/ɡˌɔlpeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "golpear"στα ισπανικά

golpear
[past form: golpeé][present form: golpeo]
01

χτυπώ, κτυπώ

dar un golpe o impacto a algo o alguien
golpear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
golpeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
golpea
ενεστώτα μετοχή
golpeando
απλός αόριστος
golpeé
παθητική μετοχή
golpeado
Παραδείγματα
Ella golpeó la mesa enojada.
Αυτή χτύπησε το τραπέζι θυμωμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store