Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La goma
[gender: feminine]
01
καουτσούκ, ελαστικό υλικό
material flexible y elástico que se usa para fabricar muchos objetos
Παραδείγματα
La goma se puede reciclar y reutilizar.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καουτσούκ, ελαστικό υλικό