la goma
go
ˈgo
go
ma
ma
ma
Romatomacomabroma

Ορισμός και σημασία του "goma"στα ισπανικά

01

καουτσούκ, ελαστικό υλικό

material flexible y elástico que se usa para fabricar muchos objetos 
la goma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La goma se usa para hacer neumáticos. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store