gordito
Pronunciation
/ɡɔɾðˈito/

Ορισμός και σημασία του "gordito"στα ισπανικά

01

χοντρούλης, στρουμπουλός

que tiene un poco de grasa o es un poco gordo, de forma cariñosa
gordito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gordito
συγκριτικός βαθμός
más gordito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gordito
αρσενικό πληθυντικό
gorditos
θηλυκό ενικό
gordita
θηλυκό πληθυντικό
gorditas
Παραδείγματα
El gato gordito duerme todo el día.
Η χοντρούλα γάτα κοιμάται όλη μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store