Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La transición
01
μετάβαση, αλλαγή
cambio o paso de un estado, situación o condición a otro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transiciones
Παραδείγματα
La transición de la escuela al trabajo puede ser difícil.
Η μετάβαση από το σχολείο στην εργασία μπορεί να είναι δύσκολη.



























