la transición
Pronunciation
/tɾˌansiθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "transición"στα ισπανικά

La transición
01

μετάβαση, αλλαγή

cambio o paso de un estado, situación o condición a otro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transiciones
Παραδείγματα
La empresa vive una transición tecnológica importante.
Η εταιρεία βιώνει μια σημαντική τεχνολογική μετάβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store