Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transitar
01
περνώ
ir o pasar por un lugar, especialmente a pie o en movimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transito
γ΄ ενικό πρόσωπο
transita
ενεστώτα μετοχή
transitando
απλός αόριστος
transitó
παθητική μετοχή
transitado
Παραδείγματα
Es peligroso transitar por esta zona de noche.
Είναι επικίνδυνο να διέρχεσαι από αυτή την περιοχή τη νύχτα.



























