transitar
Pronunciation
/tɾˌansitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "transitar"στα ισπανικά

transitar
01

περνώ

ir o pasar por un lugar, especialmente a pie o en movimiento
transitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transito
γ΄ ενικό πρόσωπο
transita
ενεστώτα μετοχή
transitando
απλός αόριστος
transitó
παθητική μετοχή
transitado
Παραδείγματα
Muchos turistas transitan por este barrio histórico.
Πολλοί τουρίστες περνούν από αυτή την ιστορική γειτονιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store