Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transitar
01
περνώ
ir o pasar por un lugar, especialmente a pie o en movimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transito
γ΄ ενικό πρόσωπο
transita
ενεστώτα μετοχή
transitando
απλός αόριστος
transitó
παθητική μετοχή
transitado
Παραδείγματα
Muchos turistas transitan por este barrio histórico.
Πολλοί τουρίστες περνούν από αυτή την ιστορική γειτονιά.



























