Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transformar
01
μεταμορφώνω
cambiar algo completamente, alterando su forma, apariencia o naturaleza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transformo
γ΄ ενικό πρόσωπο
transforma
ενεστώτα μετοχή
transformando
απλός αόριστος
transformó
παθητική μετοχή
transformado
Παραδείγματα
La tecnología ha transformado la manera de comunicarnos.
Η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει τον τρόπο που επικοινωνούμε.



























