Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transcurrir
01
περνάω, διαρρέω
pasar el tiempo o desarrollarse un período determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transcurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
transcurre
ενεστώτα μετοχή
transcurriendo
απλός αόριστος
transcurrí
παθητική μετοχή
transcurrido
Παραδείγματα
Los años transcurren muy rápido.
Τα χρόνια transcurren πολύ γρήγορα.
02
λαμβάνει χώρα, συμβαίνει
suceder o desarrollarse en el tiempo
Παραδείγματα
La conferencia transcurrirá en el auditorio principal.
Η διάσκεψη θα πραγματοποιηθεί στην κύρια αίθουσα.



























