Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transatlántico
01
διατλαντικός, διατλαντικός
que cruza o relaciona los países a ambos lados del océano Atlántico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
transatlántico
αρσενικό πληθυντικό
transatlánticos
θηλυκό ενικό
transatlántica
θηλυκό πληθυντικό
transatlánticas
θεματικό πεδίο
geografía, viaje, comunicación
Παραδείγματα
El vuelo transatlántico duró ocho horas.
Η υπερατλαντική πτήση διήρκεσε οκτώ ώρες.
El transatlántico
01
gran buque de pasajeros que realiza viajes regulares, especialmente a través del océano Atlántico
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El transatlántico zarpó rumbo a Nueva York.
LanGeek



























