Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transcurrir
[past form: transcurrí][present form: transcurro]
01
περνάω, διαρρέω
pasar el tiempo o desarrollarse un período determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transcurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
transcurre
ενεστώτα μετοχή
transcurriendo
απλός αόριστος
transcurrí
παθητική μετοχή
transcurrido
Παραδείγματα
Transcurrieron cinco años desde nuestra última reunión.
Transcurrieron πέντε χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση.
02
λαμβάνει χώρα, συμβαίνει
suceder o desarrollarse en el tiempo
Παραδείγματα
El festival transcurrirá durante todo el fin de semana.
Το φεστιβάλ θα διαρκέσει καθ' όλη τη διάρκεια του σαββατοκύριακου.



























