Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desarrollado
01
ανεπτυγμένος, προηγμένος
que ha alcanzado un alto nivel de progreso económico, social o tecnológico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desarrollado
συγκριτικός βαθμός
más desarrollado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desarrollado
αρσενικό πληθυντικό
desarrollados
θηλυκό ενικό
desarrollada
θηλυκό πληθυντικό
desarrolladas
Παραδείγματα
El turismo se concentra en las áreas más desarrolladas.
Ο τουρισμός επικεντρώνεται στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές.



























