Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desarrollado
01
ανεπτυγμένος, προηγμένος
que ha alcanzado un alto nivel de progreso económico, social o tecnológico
Παραδείγματα
El turismo se concentra en las áreas más desarrolladas.
Ο τουρισμός επικεντρώνεται στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές.



























