el afecto
a
a
a
fec
ˈfek
fek
to
to
to
efectoinsectoaspectorecto

Ορισμός και σημασία του "afecto"στα ισπανικά

01

αγάπη, στοργή

sentimiento de cariño, amor o aprecio hacia alguien 
el afecto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
afectos
Παραδείγματα
Juan expresó su afecto con palabras y gestos amables. 

Ο Χουάν εξέφρασε την αγάπη του με καλά λόγια και χειρονομίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store