la finca
fin
ˈfin
fin
ca
ka
ka
finta

Ορισμός και σημασία του "finca"στα ισπανικά

01

αγρόκτημα, αγροτική ιδιοκτησία

propiedad rural que se utiliza para agricultura, ganadería o recreo 
la finca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fincas
Παραδείγματα
La familia compró una finca cerca del río. 

Η οικογένεια αγόρασε ένα αγρόκτημα κοντά στο ποτάμι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store