Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
definitivo
01
τελικός, οριστικός
que es final y no admite cambios o discusión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
definitivo
αρσενικό πληθυντικό
definitivos
θηλυκό ενικό
definitiva
θηλυκό πληθυντικό
definitivas
Παραδείγματα
El juez emitió una sentencia definitiva.
Ο δικαστής εξέδωσε οριστική απόφαση.



























