Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
definitivo
01
τελικός, οριστικός
que es final y no admite cambios o discusión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
definitivo
αρσενικό πληθυντικό
definitivos
θηλυκό ενικό
definitiva
θηλυκό πληθυντικό
definitivas
Παραδείγματα
El profesor dice que mi nota definitiva en el curso es muy buena.



























