Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comprometido
01
αρραβωνιασμένος, υποσχέθηκε να παντρευτεί
que ha prometido casarse con alguien
Παραδείγματα
Ella está comprometida con su novio desde hace un año.
Είναι αρραβωνιασμένη με το φίλο της εδώ και ένα χρόνο.
02
αφοσιωμένος, δεσμευμένος
que está implicado o dedicado de forma firme a una causa o responsabilidad
Παραδείγματα
Está comprometido con su trabajo.
Είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του.
03
περίπλοκος, δύσκολος
que está en una situación difícil o complicada, que requiere atención o esfuerzo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más comprometido
συγκριτικός βαθμός
más comprometido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
comprometido
αρσενικό πληθυντικό
comprometidos
θηλυκό ενικό
comprometida
θηλυκό πληθυντικό
comprometidas
Παραδείγματα
El proyecto está muy comprometido y necesita solución inmediata.
Το έργο είναι πολύ προβληματικό και χρειάζεται άμεση λύση.



























