compulsivo
com
kom
κομ
pul
pul
πουλ
si
ˈsi
σι
vo
βo
βο
convulsivocompasivo

Ορισμός και σημασία του "compulsivo"στα ισπανικά

compulsivo
01

ψυχαναγκαστικός, ανίκητος

que se hace sin poder controlarlo , por una necesidad fuerte 
compulsivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más compulsivo
συγκριτικός βαθμός
más compulsivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
compulsivo
αρσενικό πληθυντικό
compulsivos
θηλυκό ενικό
compulsiva
θηλυκό πληθυντικό
compulsivas
θεματικό πεδίο
comportamiento, psicología, hábitos
Παραδείγματα
Tiene un hábito compulsivo de morderse las uñas. 

Έχει μια ψυχαναγκαστική συνήθεια να δαγκώνει τα νύχια του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store