Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compulsivo
01
ψυχαναγκαστικός, ανίκητος
que se hace sin poder controlarlo, por una necesidad fuerte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más compulsivo
συγκριτικός βαθμός
más compulsivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
compulsivo
αρσενικό πληθυντικό
compulsivos
θηλυκό ενικό
compulsiva
θηλυκό πληθυντικό
compulsivas
Παραδείγματα
Los actos compulsivos pueden afectar la vida diaria.
Οι ψυχαναγκαστικές πράξεις μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή.



























