comprobar
Pronunciation
/kˌɔmpɾoβˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "comprobar"στα ισπανικά

comprobar
01

ελέγχω, επιβεβαιώνω

verificar que algo es correcto o funciona bien
comprobar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compruebo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comprueba
ενεστώτα μετοχή
comprobando
απλός αόριστος
comprobé
παθητική μετοχή
comprobado
Παραδείγματα
Comprobamos la dirección del paquete.
Ελέγχουμε τη διεύθυνση του πακέτου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store