Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comprobar
01
ελέγχω, επιβεβαιώνω
verificar que algo es correcto o funciona bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compruebo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comprueba
ενεστώτα μετοχή
comprobando
απλός αόριστος
comprobé
παθητική μετοχή
comprobado
Παραδείγματα
Comprobamos la dirección del paquete.
Ελέγχουμε τη διεύθυνση του πακέτου.



























