Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conquistar
01
κατακτώ
tomar control o dominio de un lugar o territorio mediante fuerza o estrategia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conquisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
conquista
ενεστώτα μετοχή
conquistando
απλός αόριστος
conquisté
παθητική μετοχή
conquistado
Παραδείγματα
El rey envió tropas para conquistar la región montañosa.
Ο βασιλιάς έστειλε στρατεύματα για να κατακτήσει την ορεινή περιοχή.
02
κατακτώ
ganarse el afecto, amor o admiración de alguien mediante acciones, palabras o gestos románticos
Παραδείγματα
La carta de amor fue suficiente para conquistar su corazón.
Η ερωτική επιστολή ήταν αρκετή για να κατακτήσει την καρδιά της.



























