Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conquistar
01
κατακτώ
tomar control o dominio de un lugar o territorio mediante fuerza o estrategia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conquisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
conquista
ενεστώτα μετοχή
conquistando
απλός αόριστος
conquisté
παθητική μετοχή
conquistado
Παραδείγματα
Los soldados lograron conquistar la ciudad enemiga.
Οι στρατιώτες κατάφεραν να κατακτήσουν την εχθρική πόλη.
02
κατακτώ
ganarse el afecto, amor o admiración de alguien mediante acciones, palabras o gestos románticos
Παραδείγματα
Juan logró conquistar el corazón de María con su simpatía.
Ο Χουάν κατάφερε να κατακτήσει την καρδιά της Μαρίας με τη συμπάθειά του.



























