Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acudir
[past form: acudí][present form: acudo]
01
πηγαίνω, προσέρχομαι
ir a un lugar, especialmente para recibir ayuda o participar en algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acude
ενεστώτα μετοχή
acudiendo
απλός αόριστος
acudí
παθητική μετοχή
acudido
Παραδείγματα
Los estudiantes acudieron a clase puntualmente.



























