la aculturación
a
a
α
cul
kul
κουλ
tu
tu
του
rac
ˈɾaθ
ραθ
ión
jon
γον

Ορισμός και σημασία του "aculturación"στα ισπανικά

La aculturación
01

εγκυλισμός

proceso por el cual un grupo adopta costumbres, valores y cultura de otro grupo, modificando su propia cultura 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La aculturación de los inmigrantes puede ser un desafío cultural. 

Η πολιτισμική προσαρμογή των μεταναστών μπορεί να είναι μια πολιτισμική πρόκληση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store