permitir
per
peɾ
per
mi
mi
mi
tir
ˈtiɾ
tir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "permitir"στα ισπανικά

permitir
01

επιτρέπω

dar permiso o autorización para que alguien haga algo 
permitir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
permito
γ΄ ενικό πρόσωπο
permite
ενεστώτα μετοχή
permitiendo
απλός αόριστος
permití
παθητική μετοχή
permitido
Παραδείγματα
Mis padres me permiten salir con mis amigos. 

Οι γονείς μου μου επιτρέπουν να βγαίνω με τους φίλους μου.

02

επιτρέπω

hacer que algo sea posible o factible 
Παραδείγματα
La nueva ley permite mayor flexibilidad laboral. 

Ο νέος νόμος επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην εργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store