Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permitir
01
επιτρέπω
dar permiso o autorización para que alguien haga algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
permito
γ΄ ενικό πρόσωπο
permite
ενεστώτα μετοχή
permitiendo
απλός αόριστος
permití
παθητική μετοχή
permitido
Παραδείγματα
El hotel permite mascotas.
Το ξενοδοχείο επιτρέπει κατοικίδια ζώα.
02
επιτρέπω
hacer que algo sea posible o factible
Παραδείγματα
El diseño permite ampliar el espacio fácilmente.
Ο σχεδιασμός επιτρέπει την εύκολη επέκταση του χώρου.



























