Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permitir
01
επιτρέπω
dar permiso o autorización para que alguien haga algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
permito
γ΄ ενικό πρόσωπο
permite
ενεστώτα μετοχή
permitiendo
απλός αόριστος
permití
παθητική μετοχή
permitido
Παραδείγματα
Mis padres me permiten salir con mis amigos.
Οι γονείς μου μου επιτρέπουν να βγαίνω με τους φίλους μου.
02
επιτρέπω
hacer que algo sea posible o factible
Παραδείγματα
La nueva ley permite mayor flexibilidad laboral.
Ο νέος νόμος επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην εργασία.



























