permitir
Pronunciation
/pˌɛɾmitˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "permitir"στα ισπανικά

permitir
01

επιτρέπω

dar permiso o autorización para que alguien haga algo
permitir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
permito
γ΄ ενικό πρόσωπο
permite
ενεστώτα μετοχή
permitiendo
απλός αόριστος
permití
παθητική μετοχή
permitido
Παραδείγματα
El hotel permite mascotas.
Το ξενοδοχείο επιτρέπει κατοικίδια ζώα.
02

επιτρέπω

hacer que algo sea posible o factible
Παραδείγματα
El diseño permite ampliar el espacio fácilmente.
Ο σχεδιασμός επιτρέπει την εύκολη επέκταση του χώρου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store