perpendicular
Pronunciation
/pˌɛɾpɛndˌikulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "perpendicular"στα ισπανικά

perpendicular
01

κάθετος, που σχηματίζει ορθή γωνία

que forma un ángulo recto con una línea o superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perpendicular
αρσενικό πληθυντικό
perpendiculares
θηλυκό ενικό
perpendicular
θηλυκό πληθυντικό
perpendiculares
Παραδείγματα
El mástil de la bandera se eleva perpendicular en la plaza.
Ο ιστός της σημαίας υψώνεται κάθετα στην πλατεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store