perpendicular
per
peɾ
per
pen
pen
pen
di
di
di
cu
ku
koo
lar
ˈlaɾ
lar

Ορισμός και σημασία του "perpendicular"στα ισπανικά

perpendicular
01

κάθετος, που σχηματίζει ορθή γωνία

que forma un ángulo recto con una línea o superficie 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perpendicular
αρσενικό πληθυντικό
perpendiculares
θηλυκό ενικό
perpendicular
θηλυκό πληθυντικό
perpendiculares
Παραδείγματα
La calle principal es perpendicular a la avenida. 

Ο κύριος δρόμος είναι κάθετος στη λεωφόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store