Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perpendicular
01
κάθετος, που σχηματίζει ορθή γωνία
que forma un ángulo recto con una línea o superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perpendicular
αρσενικό πληθυντικό
perpendiculares
θηλυκό ενικό
perpendicular
θηλυκό πληθυντικό
perpendiculares
θεματικό πεδίο
geometría, orientación
Παραδείγματα
La calle principal es perpendicular a la avenida.
Ο κύριος δρόμος είναι κάθετος στη λεωφόρο.
LanGeek



























