perpetrar
per
peɾ
per
pet
ˈpet
pet
rar
ɾaɾ
rar
protestarpatrullarcompletaresprintar

Ορισμός και σημασία του "perpetrar"στα ισπανικά

perpetrar
01

διαπράττω

cometer o llevar a cabo un acto ilegal o malvado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
perpetro
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetra
ενεστώτα μετοχή
perpetrando
απλός αόριστος
perpetró
παθητική μετοχή
perpetrado
Παραδείγματα
La banda perpetró varios robos en el centro de la ciudad. 

Η συμμορία διέπραξε αρκετές ληστείες στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store