Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perpetrar
01
διαπράττω
cometer o llevar a cabo un acto ilegal o malvado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
perpetro
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetra
ενεστώτα μετοχή
perpetrando
απλός αόριστος
perpetró
παθητική μετοχή
perpetrado
Παραδείγματα
La banda perpetró varios robos en el centro de la ciudad.
Η συμμορία διέπραξε αρκετές ληστείες στο κέντρο της πόλης.



























