perpetrar
Pronunciation
/pˌɛɾpetɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "perpetrar"στα ισπανικά

perpetrar
01

διαπράττω

cometer o llevar a cabo un acto ilegal o malvado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
perpetro
γ΄ ενικό πρόσωπο
perpetra
ενεστώτα μετοχή
perpetrando
απλός αόριστος
perpetró
παθητική μετοχή
perpetrado
Παραδείγματα
La investigación busca descubrir cómo se perpetró el hackeo.
Η έρευνα επιδιώκει να ανακαλύψει πώς διαπράχθηκε το hack.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store