Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bajar
01
κατεβαίνω
moverse hacia un lugar más bajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
baja
ενεστώτα μετοχή
bajando
απλός αόριστος
bajé
παθητική μετοχή
bajado
Παραδείγματα
Ella bajó las escaleras rápidamente.
Αυτή κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες.
02
μειώνω
disminuir en nivel, cantidad o intensidad
Παραδείγματα
La temperatura va a bajar esta noche.
Η θερμοκρασία θα πέσει απόψε.
03
κατεβαίνω, βγαίνω
salir de un vehículo
Παραδείγματα
Bajó del autobús en la parada del museo.
Κατέβηκε από το λεωφορείο στη στάση του μουσείου.



























