Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bajista
[gender: masculine]
01
μπασίστας, κιθαρίστας μπάσου
un músico que toca el bajo eléctrico o el contrabajo
Παραδείγματα
La bajista usaba una técnica de slap muy rápida y compleja.
Ο μπασίστας χρησιμοποιούσε μια πολύ γρήγορη και πολύπλοκη τεχνική slap.
bajista
01
καθοδικός, πτωτικός
que se mueve o apunta hacia abajo
Παραδείγματα
El viento bajista dificultaba el ascenso de los montañistas.
Ο καθοδικός άνεμος δυσκόλευε την ανάβαση των ορειβατών.



























