Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bajista
[gender: masculine]
01
μπασίστας, κιθαρίστας μπάσου
un músico que toca el bajo eléctrico o el contrabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bajistas
Παραδείγματα
La bajista usaba una técnica de slap muy rápida y compleja.
Ο μπασίστας χρησιμοποιούσε μια πολύ γρήγορη και πολύπλοκη τεχνική slap.
bajista
01
καθοδικός, πτωτικός
que se mueve o apunta hacia abajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bajista
συγκριτικός βαθμός
más bajista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bajista
αρσενικό πληθυντικό
bajistas
θηλυκό ενικό
bajista
θηλυκό πληθυντικό
bajistas
Παραδείγματα
El viento bajista dificultaba el ascenso de los montañistas.
Ο καθοδικός άνεμος δυσκόλευε την ανάβαση των ορειβατών.



























