Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descansar
01
ξεκουράζομαι
dejar de trabajar o hacer esfuerzo para recuperar energía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
descanso
γ΄ ενικό πρόσωπο
descansa
ενεστώτα μετοχή
descansando
απλός αόριστος
descansé
παθητική μετοχή
descansado
Παραδείγματα
Los niños descansan después de la escuela.
Τα παιδιά ξεκουράζονται μετά το σχολείο.



























