Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concienciar
01
hacer que alguien tome conciencia de un problema o una realidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
απλός αόριστος
conciencié
παθητική μετοχή
concienciado
Παραδείγματα
La campaña busca concienciar sobre el cambio climático.



























