Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El concierto
[gender: masculine]
01
συναυλία, μουσική παράσταση
evento musical donde artistas tocan música en vivo para un público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conciertos
Παραδείγματα
Había mucha gente en el concierto.
Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στο συναυλία.



























