la concesión
concesión
confesiónconcusióncohesiónconcisión

Ορισμός και σημασία του "concesión"στα ισπανικά

01

παραχώρηση

acto de ceder parcialmente en una negociación o acuerdo 
la concesión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
concesiones
Παραδείγματα
Ambas partes hicieron concesiones para llegar a un acuerdo. 

Και οι δύο πλευρές έκαναν παραχωρήσεις για να καταλήξουν σε συμφωνία.

02

παραχώρηση

acto administrativo por el que se otorga un permiso o derecho para realizar una actividad 
la concesión definition and meaning
Παραδείγματα
La concesión de la licencia fue aprobada por la autoridad. 

Η χορήγηση της άδειας εγκρίθηκε από την αρχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store