Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conciencia
01
συνείδηση
capacidad de distinguir el bien del mal y sentir responsabilidad por los actos propios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conciencias
Παραδείγματα
Su conciencia le impidió mentir.
Η συνείδησή του τον εμπόδισε να πει ψέματα.



























