Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apetecer
01
έχω όρεξη για, ποθώ
tener deseo o gusto por algo, generalmente comida, bebida o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apetezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
apetece
ενεστώτα μετοχή
apeteciendo
απλός αόριστος
apetecí
παθητική μετοχή
apetecido
Παραδείγματα
Nos apetecen unas tapas antes de la película.
Apetecer μας κάνει να θέλουμε να φάμε μερικά ταπάς πριν από την ταινία.
02
έχω διάθεση για, μου κάνει κέφι
tener ganas o disposición de hacer algo
Παραδείγματα
Hoy no me apetece salir de casa.
Σήμερα δεν μου κάνει κέφι να βγω από το σπίτι.



























