apestoso

Ορισμός και σημασία του "apestoso"στα ισπανικά

01

βρωμερός, δυσώδης

que tiene muy mal olor
apestoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apestoso
συγκριτικός βαθμός
más apestoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apestoso
αρσενικό πληθυντικό
apestosos
θηλυκό ενικό
apestosa
θηλυκό πληθυντικό
apestosas
Παραδείγματα
Me quité los zapatos apestosos.
Έβγαλα τα βρωμερά μου παπούτσια.
02

ενοχλητικός, εκνευριστικός

que resulta muy molesto o fastidioso
apestoso definition and meaning
Παραδείγματα
Ese ruido apestoso no me deja dormir.
Αυτός ο βρωμερός θόρυβος δεν με αφήνει να κοιμηθώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store