apetecible
Pronunciation
/ˌapeteθˈiβle/

Ορισμός και σημασία του "apetecible"στα ισπανικά

apetecible
01

ορεκτικός, δελεαστικός

que provoca ganas de comer o de tener algo
apetecible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apetecible
συγκριτικός βαθμός
más apetecible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apetecible
αρσενικό πληθυντικό
apetecibles
θηλυκό ενικό
apetecible
θηλυκό πληθυντικό
apetecibles
Παραδείγματα
Aunque estaba enfermo, el plato le resultó apetecible.
Αν και ήταν άρρωστος, το πιάτο του φάνηκε ορεκτικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store