Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apetecible
01
ορεκτικός, δελεαστικός
que provoca ganas de comer o de tener algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apetecible
συγκριτικός βαθμός
más apetecible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apetecible
αρσενικό πληθυντικό
apetecibles
θηλυκό ενικό
apetecible
θηλυκό πληθυντικό
apetecibles
Παραδείγματα
Aunque estaba enfermo, el plato le resultó apetecible.
Αν και ήταν άρρωστος, το πιάτο του φάνηκε ορεκτικό.



























