Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apetecible
01
ορεκτικός, δελεαστικός
que provoca ganas de comer o de tener algo
Παραδείγματα
Aunque estaba enfermo, el plato le resultó apetecible.
Αν και ήταν άρρωστος, το πιάτο του φάνηκε ορεκτικό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ορεκτικός, δελεαστικός