apetecible
a
a
a
pe
pe
pe
te
ˈte
te
cib
θiβ
thib
le
le
le
disponiblereversiblesosteniblecomestible

Ορισμός και σημασία του "apetecible"στα ισπανικά

apetecible
01

ορεκτικός, δελεαστικός

que provoca ganas de comer o de tener algo 
apetecible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apetecible
συγκριτικός βαθμός
más apetecible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apetecible
αρσενικό πληθυντικό
apetecibles
θηλυκό ενικό
apetecible
θηλυκό πληθυντικό
apetecibles
θεματικό πεδίο
alimentación, deseo, evaluación
Παραδείγματα
Ese pastel se ve muy apetecible. 

Αυτό το κέικ φαίνεται πολύ ορεκτικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store