el lujo
lu
ˈlu
loo
jo
xo
kho
dibujoembrujo

Ορισμός και σημασία του "lujo"στα ισπανικά

01

πολυτέλεια

algo costoso o exclusivo que proporciona gran comodidad o placer 
el lujo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lujos
Παραδείγματα
Vivir en ese hotel es un lujo. 

Η διαμονή σε εκείνο το ξενοδοχείο είναι πολυτέλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store