Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ludopatía
01
εθισμός στα τυχερά παιχνίδια
dependencia patológica a los juegos de azar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ludopatía puede arruinar la vida financiera de una persona.
Η τυχερή παθολογία μπορεί να καταστρέψει τη χρηματοοικονομική ζωή ενός ατόμου.
LanGeek



























