Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lumínico
01
φωτεινός, σχετικός με το φως
relativo a la luz o a la iluminación
Παραδείγματα
La instalación lumínica cambia según la hora del día.
Η φωτιστική εγκατάσταση αλλάζει ανάλογα με την ώρα της ημέρας.



























