Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lumínico
01
φωτεινός, σχετικός με το φως
relativo a la luz o a la iluminación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lumínico
αρσενικό πληθυντικό
lumínicos
θηλυκό ενικό
lumínica
θηλυκό πληθυντικό
lumínicas
Παραδείγματα
El efecto lumínico de la lámpara crea un ambiente cálido.
Το φωτεινό εφέ της λάμπας δημιουργεί μια ζεστή ατμόσφαιρα.



























