lumínico
lumí
ˈlumi
loomi
ni
ni
ni
co
ko
ko
cínico

Ορισμός και σημασία του "lumínico"στα ισπανικά

01

φωτεινός, σχετικός με το φως

relativo a la luz o a la iluminación 
lumínico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lumínico
αρσενικό πληθυντικό
lumínicos
θηλυκό ενικό
lumínica
θηλυκό πληθυντικό
lumínicas
Παραδείγματα
El efecto lumínico de la lámpara crea un ambiente cálido. 

Το φωτεινό εφέ της λάμπας δημιουργεί μια ζεστή ατμόσφαιρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store