Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La luminosidad
[gender: feminine]
01
φωτεινότητα
cantidad de luz que emite o refleja algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El salón destaca por su amplitud y luminosidad.
Το σαλόνι ξεχωρίζει για το εύρος και τη φωτεινότητά του.



























