Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vivir
[past form: viví][present form: vivo]
01
κατοικώ
residir o habitar en un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vive
ενεστώτα μετοχή
viviendo
απλός αόριστος
viví
παθητική μετοχή
vivido
Παραδείγματα
Quiero vivir junto al mar.
Θέλω να ζήσω δίπλα στη θάλασσα.
02
ζω
tener vida o mantenerse con vida
Παραδείγματα
Ese animal ya no vive.
Αυτό το ζώο δεν ζει πια.



























