vivir
vi
bi
bi
vir
ˈβiɾ
bir
morirvenirfreírrugir

Ορισμός και σημασία του "vivir"στα ισπανικά

01

κατοικώ

residir o habitar en un lugar 
vivir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vive
ενεστώτα μετοχή
viviendo
απλός αόριστος
viví
παθητική μετοχή
vivido
Παραδείγματα
Vivo en Madrid desde 2010. 

Ζω στη Μαδρίτη από το 2010.

02

ζω

tener vida o mantenerse con vida 
vivir definition and meaning
Παραδείγματα
Los peces no pueden vivir fuera del agua. 

Τα ψάρια δεν μπορούν να ζήσουν έξω από το νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store